Μπίρκου Μαριάνθη
Ονομάζομαι Μαριάνθη Μπίρκου, είμαι φοιτήτρια και είμαι 20 χρονών. Από την ηλικία των 10, ξεκίνησα να ψάχνομαι ως προς την λογοτεχνία γράφοντας ερασιτεχνικά παραμύθια που διηγούμουν στην μικρή μου ξαδέρφη. Με τα χρόνια, ασχολήθηκα πιο σοβαρά με την λογοτεχνία και θυμάμαι στην εφηβεία να μην σταματάω να γράφω κάθε μου σκέψη. Τα τελευταία χρόνια, λάτρεψα την ποίηση και προσπαθώ να γίνομαι όλο και καλύτερη, καθώς θεωρώ πως είναι τελικά η μόνη εκδοχή τέχνης που με κάνει να αποκρυπτογραφώ κάθε απαισιόδοξη και αισιόδοξη πτυχή των σκέψεών μου.
Επιθυμίες
Θα 'θελα σ' αυτό το ξημέρωμα λίγο ήλιο.
Αύριο να γίνω σταγόνα της βροχής,
σε δυο ελπίδες να κάνω συμβόλαιο,
συμβόλαιο -οι ριμάδες- να μου 'γίνουν τρεις.
Θα 'θελα σ' αυτό το ταξίδι λίγη χαρά.
Πέρνα με για ένα τριαντάφυλλο,
στην αγαπητικιά σου χάρισμα,
μέρος της αγάπης σου να γίνω.
Θα 'θελα τα σύννεφα γι' απόψε να σβήσουν.
Αυτό το δείλι μονάχα άγγελοι στη γη ν' ανθίσουν.
Σ' ένα τσουβάλι μέσα να με χώσουν,
απ' το γκρίζο μου το σύννεφο για να γλυτώσουν.
Θα 'θελα την μαγεία να γευτώ σα να 'ταν νέκταρ.
Οδυνηρά ζητώ το μαύρο να σβήσει απ' εμένα,
στίγμα να μην μείνει από μελάνι,
να βρω τη δύναμη ν' αντέξω πάλι.
Θα 'θελα να συζητήσω με τους λύκους,
ν' ανοίξω τ' απαγορευμένα μου χαρτιά·
πώς τ' άγριο επιμένει να ερωτεύεται τη φεγγαράδα;
Πώς το θηρίο ουρλιάζει «έρωτα» χωρίς να τον σκορπά;
|
Κρεμάλα
Έμαθα να χαρτογραφώ τους φόβους.
Να μάθουν να στηρίζονται σε λέξεις,
στοίβα να γίνονται ανάμεσα σε φθόγγους,
να μάθουν να νικούν τους λάθος κόσμους.
Δες την ατέρμονη μαγεία που μυρίζει,
στην ευωδία της αυγής να ψιθυρίζει
πως ο φόβος και ο έρως δεν νικά,
μονάχα εσένα ξέρουν να νικάνε.
Έμαθα, λέω, να κλείνομαι μέσα σε τόνους.
Όλες τις ελπίδες σ' αυτούς έχω κρεμάσει,
κι όλο λέω θα 'ρθει κάποια ευχή κούνια να κάνει,
κι όλο φωνάζω το ψέμα στους δειλούς.
Δες την φωνή μου τραγούδι να κεντάει,
στον ουρανό να χάνεται, τ' αστέρια να κρατάει.
Πως οι λέξεις σου 'γίναν θηρία αρπακτικά;
Πώς τ' αύριο κυλά χωρίς να με νικάει;
|
Μενταγιόν
Πεζή ποίηση και λυρική τέχνη του λόγου·
τραπουλόχαρτα κρυμμένα σε βαμβακερά μετάξια,
πότε ήρθε η ζωή και πότε φεύγει;
Πότε ο έρωτας θεός χάνει τα πετράδια στα τυχερά του χνώτα;
Ψήλωσε τ' αγρίμι κι η βροχή έντυσε το φυλαχτό του.
Μελτέμι Αυγουστιάτικο στα κύματα πλανιέται,
ξεφυσά και χάνεται στα χείλη της οδύνης.
Πασχαλιάτικοι ψαλμοί σιγόβρεξαν τα λάθη
τρέμει το χάραμα ο ήλιος,
η γη τα βήματά της.
Στέκεις κι εσύ σκυφτός και χάνεις το μενταγιόν σου
του Αλ Χαλίλι κέντημα από θεϊκό χρυσάφι.
Στέκεις κι εσύ σκυφτός κλαίγεσαι και πλανιέσαι.
"Πότε είναι το τέλος μου, Θεέ;
Πότε έχει ο ουρανός άστρα για μένα;"
Σύννεφα φουρτούνιασαν το θολό γαλάζιο
"Τ' άστρα ανήκουνε στη νύχτα,
το τέλος ανήκει στην αρχή.
Εκεί που ανήκεις κι εσύ
εκεί το φυλαχτό σου
εκεί η απαίδευτη χαρά και το γιατρικό σου."
Τα πόδια βαστάς στο έδαφος και προσκυνάς τις πέτρες·
το μενταγιόν χάθηκε και ποτέ ξανά δεν θα βρεθεί.
Προσκυνάς το χώμα και κλαίγεσαι και λιώνεις.
"Πού είναι το μενταγιόν; Πού είναι το φυλαχτό μου;"
Η έρημος κουνήθηκε πίνοντας τα άστρα.
"Εκεί!", φώναξε η ουράνια φωνή.
"Εκεί!", σείστηκε και πάλι.
Και προσκυνάς τα χώματα με μάτια βουρκωμένα·
το μενταγιόν σε χαιρετά και ούτε που το βλέπεις.
"Πού είναι το μενταγιόν, Θεέ μου; Πού είναι το φυλαχτό μου;»
Μπίρκου Μαριάνθη
|
|
Έχει διαβαστεί 372 φορές